Σε βαθύ τούνελ η αγορά ακινήτων

Στο 38,2% η σωρευτική πτώση στα οικιστικά ακίνητα από το 2007. Η πτώση τιμών για καταστήματα, γραφεία, αποθήκες και ενοίκια. Η εικόνα της κρίσης αποτυπώνεται ανάγλυφα σε Κυκλάδες και Ιόνιο. Οι κινήσεις από hedge funds και επενδυτές.

Η σχεδόν πλήρης ανυπαρξία αγοραστών, σε συνδυασμό με τη συνεχή αύξηση των κενών κατοικιών ή καταστημάτων, πιέζει τις τιμές των ακινήτων, με την πτώση να συνεχίζεται ολόκληρο το 2015 και να προβλέπονται νέες πιέσεις για τη φετινή χρονιά. Την ίδια στιγμή, καταγράφεται κινητικότητα στις ενοικιάσεις καταστημάτων σε πολύ εμπορικούς δρόμους, κυρίως από επιχειρήσεις εστίασης, καφέ μπαρ, φούρνους με ποικιλία προϊόντων κ.λπ.

Σύμφωνα με τα συμπεράσματα του συνεδρίου που διοργάνωσε το Σάββατο το Ελληνικό Ινστιτούτο Εκτιμητικής (ΕΛΙΕ), η μεγαλύτερη πτώση καταγράφεται στα καταστήματα, στα γραφεία, στις μεγάλες κατοικίες και στους χώρους αποθηκών, ενώ πτωτικά κινήθηκαν και τα ενοίκια.

Επιπλέον, στις πόλεις όπου υπήρχαν κατά την έναρξη της κρίσης πολλά απούλητα νεόδμητα διαμερίσματα, εκεί σημειώθηκαν και οι μεγαλύτερες μειώσεις τιμών, ενώ πέρυσι ο αριθμός των μεταβιβάσεων ακινήτων κινήθηκε σε πάρα πολύ χαμηλά επίπεδα, πλησιάζοντας τα επίπεδα της πλήρους ακινησίας της αγοράς.

Κατά τον τέως πρόεδρο του ΕΛΙΕ και επιστημονικό σύμβουλο της Solum Property Solutions Μπάμπη Χαραλαμπόπουλο, "η ακινησία της αγοράς οφείλεται στην υπέρμετρη φορολογία της ακίνητης περιουσίας, η οποία θα πρέπει σταδιακά να προσαρμοστεί στη βάση του παραγόμενου εισοδήματος, στην υψηλή ανεργία, στη συρρίκνωση των εισοδημάτων των νοικοκυριών, στην ανυπαρξία δανείων από τράπεζες, αλλά και "στην κακή ψυχολογία και στην απώλεια φωτός στο βάθος του... τούνελ".

Η σωρευτική πτώση στα οικιστικά ακίνητα φτάνει το 38,2% από το 2007 μέχρι σήμερα, τόνισε ο διευθυντής συμβουλευτικών υπηρεσιών της Eurobank Property Services (EPS) Παναγιώτης Μαυραγάνης, προσθέτοντας πως το 2015 η πτώση προσέγγισε το 6,7%. Στα εμπορικά ακίνητα, η σωρευτική πτώση για την ίδια περίοδο φτάνει το 47,48% (42,78% στα γραφεία και 50,79% στα καταστήματα).

Στην ανθεκτικότητα των εμπορικών κέντρων τόσο απέναντι στην κρίση, όσο και στην ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου επικεντρώθηκε η επικεφαλής της Αθηναϊκής Οικονομικής, που εκπροσωπεί στην Ελλάδα τον διεθνή οίκο JLL, Δίκα Αγαπητίδου. Η ίδια πρόσθεσε πως την ίδια στιγμή, στα καλά σημεία των εμπορικών δρόμων όπως σε Ερμού και Μεταξά (Γλυφάδα), η ζήτηση για καταστήματα υπερβαίνει την προσφορά, ενώ σε άλλους δρόμους καταγράφεται μικρότερος αριθμός κενών καταστημάτων έναντι του 2014. Ταυτόχρονα, όμως, διευρύνεται η ψαλίδα τιμών μεταξύ των εμπορικών δρόμων και της υπόλοιπης αγοράς ακινήτων. Επίσης καταγράφεται επενδυτικό ενδιαφέρον για αναβάθμιση/ανακαίνιση ή επέκταση υφιστάμενων εμπορικών κέντρων.

Η Sankaty και οι άλλοι επενδυτές

Σύμφωνα με τα στοιχεία της εταιρείας συμβούλων Savills, στον τομέα των γραφείων παρουσιάστηκε πέρυσι ενδιαφέρον από hedge funds για την απόκτηση πακέτων ακινήτων που έχουν προκύψει από ενυπόθηκα δάνεια των ελληνικών τραπεζών, δίχως όμως να έχουν γίνει σημαντικές κινήσεις. Ανάλογο ενδιαφέρον έχουν δείξει και για ακίνητα του ξενοδοχειακού τομέα.

Εξαίρεση αποτέλεσε η Sankaty (του ομίλου Bain Capital), που πρόσφατα επένδυσε περί τα 200 εκατ. ευρώ για την απόκτηση χαρτοφυλακίου από την Credit Agricole Leasing. Οι αναλυτές επισημαίνουν πως ο υπολογισμός της αρχικής απόδοσης είναι δυσχερής καθώς πολλά ακίνητα του χαρτοφυλακίου είναι είτε κενά, είτε έχουν μισθωτές που αδυνατούν να καταβάλουν το ενοίκιό τους. Ομως, "από μεμονωμένες προσπάθειες πώλησης πρόσφατα μισθωμένων ακινήτων γραφείων του χαρτοφυλακίου επί της Λ. Κηφισίας φαίνεται πως η προσδοκία είναι για επίτευξη αρχικής απόδοσης της τάξης του 8,5%-8,75%".

Στην αγορά των γραφείων καταγράφεται πάντως αύξηση κενών χώρων που δεν οφείλεται στην εισαγωγή νέων χώρων αλλά στη συρρίκνωση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, με αποτέλεσμα την εκκένωση σημαντικών γραφειακών επιφανειών. Η αγορά κινείται κυρίως από τη μετεγκατάσταση επιχειρήσεων σε προνομιούχα ακίνητα (Κατηγορίας Α), τόσο από θέση όσο και από προδιαγραφές, σε συνδυασμό με εξορθολογισμό των εξόδων τους καθώς τα επίπεδα ενοικίων βρίσκονται πλέον αρκετά χαμηλά. Μάλιστα οι μειώσεις σε μισθώματα που επιτυγχάνονται φτάνουν τα επίπεδα του 25-40%. Επιπλέον, καταγράφεται συγκέντρωση δραστηριοτήτων επιχειρήσεων που έχουν σημαντική γεωγραφική διασπορά στον ίδιο χώρο, πάλι με σκοπό τον εξορθολογισμό εξόδων.

Σύμφωνα με τους αναλυτές της Savills, οι χώροι που παρουσιάζουν την υψηλότερη ζήτηση αφορούν κτίρια νεότερης κατασκευής και υψηλών προδιαγραφών (Κατηγορίας Α) σε καλές τοποθεσίες (Prime locations) και συνολικής επιφάνειας 1.500-3.000 τ.μ. το καθένα καθώς και μεμονωμένους ορόφους επιφάνειας 400-500 τ.μ.

Η ζήτηση για γραφειακούς χώρους κατηγορίας Α βρίσκεται σε αρκετά υψηλότερα επίπεδα από αυτήν για γραφειακούς χώρους Β και υποδεέστερης ποιότητας. Ωστόσο, λόγω της μη ανέγερσης νέων κτιρίων γραφείων από το 2010 έως σήμερα, δεν είναι εύκολο να εξευρεθούν μεγάλης κλίμακας σύγχρονα (Κατηγορίας Α) κτίρια γραφείων, τα οποία καταρχήν ζητούν ξένοι επενδυτές, όταν αντιμετωπίζουν την Ελλάδα ως επενδυτικό προορισμό.

Τα επίπεδα κενών γραφείων κατά την τελευταία τριετία ως ποσοστό του συνόλου του αποθέματος γραφειακών χώρων Α & Β κατηγορίας σε όλες τις υποαγορές της ευρύτερης Αθήνας παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, περίπου της τάξης του 15-17%. Η συνολική απορρόφηση γραφείων Α&Β ποιότητας (άνω των 500 τ.μ.) κυμάνθηκε στα επίπεδα των 45.000-50.000 τ.μ. τα τελευταία 3 έτη (δεν λαμβάνονται υπόψη οι ανανεώσεις-αναδιαπραγματεύσεις).